υδρόβιος

υδρόβιος
-α, -ο / ὑδρόβιος, -ον, ΝΜ
αυτός που ζει μέσα στο νερό
νεοελλ.
φρ. α) «υδρόβιοι οργανισμοί» — οργανισμοί που ζουν και αναπτύσσονται μέσα στα θαλάσσια και στα γλυκά νερά, καθώς και στις περιοχές που βρέχονται από νερά
β) «υδρόβια φυτά»
βοτ. i) φυτά τα οποία είναι προσαρμοσμένα να ζουν σε πλημμυρισμένα εδάφη ή εν μέρει ή πλήρως βυθισμένα στο νερό
ii) κατηγορία φυτών, σύμφωνα με ορισμένο σύστημα ταξινόμησης, τα οποία έχουν τους οφθαλμούς τους βυθισμένους στο νερό και με αυτόν τον τρόπο κατορθώνουν να επιβιώνουν σε δυσμενείς περιόδους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < υδρ(ο)-* + -βιος (< βῖος) πρβλ. ὀρεσί-βιος].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • υδρόβιος — α, ο που ζει και αναπτύσσεται στο νερό: Υδρόβια φυτά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ένυγρος — η, ο (AM ἔνυγρος, ον) 1. (για ζώα και φυτά) αυτός που ζει στο νερό, ένυδρος, υδρόβιος 2. υγρός, κάθυγρος, γεμάτος υγρασία αρχ. 1. ο γεμάτος νερό, νερουλός 2. αστρολ. ο προορισμένος να ζημιωθεί στη θάλασσα …   Dictionary of Greek

  • ένυδρος — Χαρακτηρισμός χημικής ένωσης. Πρόκειται κυρίως για άλατα ή και κρυσταλλικές μορφές αερίων σε χαμηλές θερμοκρασίες και πιέσεις που στη δομή τους περιλαμβάνονται μόρια νερού. Η δομή των σωμάτων αυτών μεταβάλλεται ριζικά με την απομάκρυνση του νερού …   Dictionary of Greek

  • έφυδρος — η, ο (ΑΜ ἔφυδρος, ον, Α ιων. τ. ἔπυδρος, ον) υγρός, βροχερός αρχ. 1. (για τον δυτικό άνεμο) νοτερός, αυτός που φέρνει βροχή («αὐτὰρ ἄη Ζέφυρος μέγας αἰὲν ἔφυδρος», Ομ. Οδ.) 2. αυτός που έχει άφθονο νερό («μελάγγαιός τε γάρ ἐστι καὶ ἔπυδρος… …   Dictionary of Greek

  • αβδέλλα — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 1.300 μ., 448 κάτ.) του νομού Γρεβενών. Βρίσκεται στις πλαγιές της Πίνδου. Αποτελεί έδρα της ομώνυμης κοινότητας. * * * η 1. υδρόβιος δακτυλιοσκώληκας (βλ. βδέλλα) 2. κν. ονομ. με την οποία είναι γνωστή, σε ορισμένες… …   Dictionary of Greek

  • αμφίβια — Ομοταξία σπονδυλωτών στην οποία ανήκουν ζώα μικρού ή μεσαίου μεγέθους, που ζουν σε γλυκά νερά ή στην ξηρά, κοντά σε υδάτινα ρεύματα. Τα α. κατατάσσονται με βάση την εξωτερική διάρθρωση του σώματός τους σε δύο υφομοταξίες: τα αψιδοσπονδυλωτά και… …   Dictionary of Greek

  • ενυδρόβιος — ἐνυδρόβιος, ον (Α) αυτός που ζει και διαμένει στα νερά, ο υδρόβιος …   Dictionary of Greek

  • οικόβιος — οἰκόβιος, ον (Α) φρ. «οἰκόβιος δόξα» δόξα περιορισμένη μέσα στα όρια τού οίκου, χωρίς ευρύτερη αναγνώριση. [ΕΤΥΜΟΛ. < οἶκος + βίος (πρβλ. υδρόβιος)] …   Dictionary of Greek

  • υγροβατικός — ή, όν, Α [ὑγροβατῶ] (για ζώα) αυτός που βαδίζει, που ζει στο νερό, υδρόβιος …   Dictionary of Greek

  • υγροδίαιτος — ον, Μ αυτός που ζει μέσα στο νερό, υδρόβιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑγρός + δίαιτος (<δίαιτα), πρβλ. αβρο δίαιτος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”